χρονομηχανή

Βρίσκομαι οκλαδόν σε κάποιο παρκέ στον έκτο μιας πολυκατοικίας επί Μπενάκη. Καθώς στρίβω ένα τσιγάρο για τον καφέ, πάνω στο γλείψιμο της κόλλας, λίγη από την μπόχα της πρωινής μου ανάσας πιάνεται στο χαρτάκι. Το ανάβω και είναι λες και φασώνω ένα νεκροταφείο. Όσο το τσιγαρόχαρτο καίγεται η απόσταση μεταξύ εμού και κάφτρας μειώνεται, μπορώ να αισθανθώ το κάψιμο να πλησιάζει αργά τα χείλια μου και είμαι σίγουρος πως κάτι θα έπρεπε να μου θυμίζει αυτό. 

Οι τοίχοι αντανακλούν ένα ιλαρό και απαλό φως, τόσο απαλό που μοιάζουν με βαριές, χειμωνιάτικες κουρτίνες κι όχι πλάκες γυψοσανίδας. Επικρατεί μια αλλόκοτη για κέντρο Αθήνας ησυχία, μπορώ να με ακούσω να καπνίζω σε ένα asmr που δεν ξέρω αν θα έπρεπε να με καυλώνει ή να με ανησυχεί. 

Δίπλα μου βρίσκονται τα πόδια του. Τα γυμνά του πέλματα ακουμπισμένα στιβαρά στο ίδιο παρκέ που ακουμπάει και ο κώλος μου, πέλματα κατάλευκα και μέσα στην τρίχα, πέλματα που με παρακαλάνε να κόψω το κάπνισμα, να βάλω ένα ράσο και να βυθιστώ σε μια επιγονάτια προσευχή, φυτεύοντας το κεφάλι μου στο έδαφος. 

Με κοιτάζει. Φοράει μόνο τα γυαλιά του. Πάνω στους μηρούς του, σε απόσταση ανάσας από τον πούτσο του, βρίσκεται ακουμπισμένο ένα πορσελάνινο πιάτο από αυτά τα γιαγιαδίστικα με τα μπλε φλοράλ ντεκόρ. Πάνω στο πιάτο βρίσκονται 2 φέτες ψωμί του τοστ, πασαλειμένες με μπόλικο βούτυρο και μέλι, τόσο βούτυρο και μέλι που αναρωτιέσαι γιατί απλά δεν πήρε να τα φάει κατευθείαν από τις συσκευασίες τους. Με κοιτάζει όσο μπουκώνει μια χαψιά από το πρωινό του, και, μασουλώντας ακόμα, γνέφει σαν να με ρωτάει τι σκέφτομαι. 

Τώρα μπερδεύω τι θα πει προσκυνημένος, του λέω, και αφήνοντας το τσιγάρο μου στο τασάκι, σκύβω για να γλείψω την καμάρα της πατούσας του. 

Φλάσμπακ πέντε χρόνια πριν. Είμαι ξαπλωμένη γυμνή πάνω σε μια φτηνιάρικη μοκέτα με υφή πετσέτας, τραχιά και ταλαιπωρημένη, καπνίζοντας το ίδιο τσιγάρο που διακτινίζεται μόνιμα στο χρόνο και με κρατάει στη ζωή. Είμαι ξαπλωμένη γυμνή καπνίζοντας σε μια μοκέτα στο δώμα στον 6ο μιας πολυκατοικίας στα Πετράλωνα. Το χέρι μου τρέμει. Η γκόμενα μου κλέβει μια τζούρα ρουφώντας ανάμεσα από τα δάχτυλα μου, ξεφυσάει τον καπνό πάνω μου όσο με φιλάει σε καθοδική πορεία μέχρι να φτάσει στο μουνί μου. Το τσιγάρο μου πέφτει από τα χέρια. Σε κλάσματα δευτερολέπτου εκείνη έχει σκαρφαλώσει πάνω μου και συνειδητοποιώ πως μου έχει βάλει τις φωνές.

-Θες να πάρουμε φωτιά ρε μαλάκω;

Μου δείχνει τη μοκέτα. Πρώτα παρατηρώ πως είναι μαυρισμένη κι έπειτα ότι μυρίζει καμένο. 

-Εσύ και τα γαμωτσιγάρα σου. 

Φλάσμπακ άλλα πέντε χρόνια. Είμαστε εγώ και η κολλητή μου, λυκειόπαιδα στο πατρικό της σπίτι, ένα τριαράκι του 4ου στο Νέο Ηράκλειο.  Κάτι μου λέει για έναν γκόμενο όσο εγώ προσπαθώ να πετύχω το αηλάηνερ να είναι συμμετρικό και ομοιόμορφο και στα δύο μάτια. Αφήνει το τσιγάρο της για να με βοηθήσει. Το βλέπω να καίγεται μόνο του στο τασάκι, η γόπα μουτζουρωμένη με το μπορντό κραγιόν της. Κοιτάζω μπροστά από τη μύτη μου. Έχει έρθει πολύ κοντά μου, μετατοπίζοντας την προσοχή της μια στο ένα μάτι και μια στο άλλο. Πιάνει το πινέλο και δαγκώνει τα χείλη της. Σφραγίζω τα βλέφαρα μου και τα κρατάω κλειστά. 

-Μη τα σφίγγεις τόσο, χαλάρωσε. 

Προσπαθώ να διατηρήσω τον ρυθμό της αναπνοής μου σταθερό, όσο αισθάνομαι την ανάσα της να κολλάει σα χνώτο σε τζαμαρία πάνω στο δέρμα μου.

-Νομίζω είναι εντάξει. 

Κάνω πως κοιτάζομαι στον καθρέφτη, μα δεν βλέπω την τύφλα μου από την καύλα. 

-Α ναι, τέλεια, θενξ ρε. 

Φαστφόρουαρντ και φεύγω από το σπίτι του σαν κουνάβι που βγαίνει από τα σκουπίδια μετά από μια λουκούλλεια επέλαση. Walk of shame δε το λένε τα αγγλάκια; Στα ελληνικά δεν ξέρω αν έχουμε κάποια φράση, αλλά στα ισπανικά το λέμε caminata de la vergüenza. Αλλάζω 2 λεωφορεία με τη μύτη μου να τρέχει και το βρακί να μου έχει μπει στον κώλο. Με το που πατάω το πόδι μου στο σπίτι μου, πετάω όλα μου τα ρούχα στο πάτωμα και βουτάω στο ντουζ. Βγαίνω δένοντας το μπουρνούζι στη μέση μου, και βρίσκω το γάτο να έχει κουλουριαστεί πάνω από τη στοίβα με τα άπλυτα, γουργουρίζοντας υπόκωφα. Αναγνωρίζω τον ήχο από την όψη του, δεν ξέρω καν αν τον άκουσα ποτέ. Ξέρω πως ήταν εκεί, κι ακόμα κι αν μια εκστρατεία ιπτάμενων δίσκων έπνιγε το χώρο με εκκωφαντικό θόρυβο, εγώ πάλι θα μπορούσα να πω με άκρα σιγουριά πως ο γάτος γουργουρίζει γιατί για κάποια πράγματα δεν χρειάζομαι αποδείξεις για το πως συμβαίνουν παρά υποδείξεις της παρουσίας τους και μπορώ τότε να πω με απόλυτη βεβαιότητα πως είναι όντως εκεί. 

Δεν χρειάζεται να κοιτάξω τους τοίχους για να σου πω ποιά κορνίζα είναι στραβά ούτε να ακούσω το βραστήρα για να ξέρω πότε το νερό έχει βράσει. Αυτό το σπίτι είναι το δέρμα μου κι αν με πιάσει φαγούρα το χέρι πάει αυτόματα να ξύσει το σημείο που το τρώει. 

Το μόνο πράγμα, η μόνη εξαίρεση, είναι τα φιλτράκια μου, που ποτέ δεν τα βρίσκω.

Πάω μέχρι το περίπτερο. Βρέχει, φοράω αδιάβροχο, προσέχω όμως τις λακκούβες λίγο περισσότερο από ότι συνήθως γιατί πριν λίγο πρόσεξα πως η μία μου σόλα έχει τρυπήσει. Γυρίζω σπίτι και ανάβω τσιγάρο. Μέσα στη θολούρα της πρώτης τζούρας ανακαλώ θραυμαστικά στίχους του Τουμανίδη. Μια ασάφεια στιγμών από την οποία η ζωή με κοιτάζει να σκοντάφτω πάνω στο ίδιο μου το πρόσωπο, το απογευματινό παράθυρο απλώνει τη ανοίκεια λευκότητα του, γεμάτη καπνό, μπετόν και τροχούς ταξί και λεωφορείων. Έτη φωτός περνάνε περπατώντας στην περίμετρο ενός σταχτοδοχείου. Πιο πολύ όμως με συγκινεί αυτός ο στίχος του:

Θυμάμαι

το χέρι σου, μες στο σούρουπο

όταν

απλώθηκε να μ’ αγγίξει και

                                 δε μ’ άγγιξε.

Τρία τσιγάρα μετά το δωμάτιο έχει αποκτήσει την οικεία θαλπωρή ντουμανάδας που θα βρεις σε μια καφετέρια των Εξαρχείων το μεσημέρι. Έχω βάλει να παίζει το άλμπουμ Timemachine των Mary and the Boy στο φόντο και θυμάμαι τη μέρα που ανακοινώθηκε ο θάνατος της Μαίρης. Θυμάμαι αλυσιδωτά όλα τα κορίτσια που κάποτε ήξερα και πλέον έχουν φύγει, η παρουσία τους υποκατεστημένη από ροζ αιθαλομίχλη.

Αναρωτιέμαι αν ένα από αυτά τα κορίτσια υπήρξα κι εγώ. 

Το κορίτσι που ήταν κορίτσι μέχρι που δεν ήταν πια κορίτσι. Άραγε τι απέγινα; Δεν είμαι σίγουρος. Δεν θα είμαι ποτέ σίγουρος. Βάζω ένα βίντεο από την παιδική μου ηλικία να παίζει παράλληλα με τους Mary and the Boy. Είναι 1999, φοράω μια ροζ στολή μπαλέτου και προσπαθώ να κάνω πιρουέτες. Στον ήχο του You, you, you σηκώνομαι και στροβιλίζομαι παράλληλα με τον παλιό εαυτό μου μέχρι να ζαλιστώ και να αφεθώ στον ίλιγγο του περιστρεφόμενου νέφους του χρόνου. Οι νεκροί που μου νοικιάζουν το ψυγείο χαζοσφυρίζουν την μελωδία με αυτόν τον οριακά αγνώριστο τρόπο με τον οποίον συνηθίζουν να κάνουν τα όσα έκαναν παλιά. 

Ακούω μια ειδοποίηση από το κινητό και πριν διαβάσω το μήνυμα ξέρω πως θα πρέπει να πάρω πάλι τους δρόμους της αφιλόξενης Αθήνας.

Και πως, κάποια στιγμή, θα πρέπει να κόψω το κάπνισμα. 

my dance is getting better

Έργο: Karla Black, Story of Sensible Length (2014)

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s