φυστικοβούτυρο, το

Σήμερα κοιτάχτηκα στον καθρέφτη του μπάνιου και είπα στην εαυτή μου «Είμαι ένα βάζο φυστικοβούτυρο».

Για να το πάρω από την αρχή: Πρόσφατα η κολλητή μου μου έμαθε τη λέξη “αναμεσάκιας”, η οποία δεν είμαι σίγουρο τι σημαίνει (ούτε εκείνη ήταν) αλλά αποφάσισα πως θέλω να την εντάξω στο λεξιλόγιο μου.

Σκέφτηκα πως είναι μια τέλεια λέξη για να αποδοθεί σε καλιαρντεύοντα νεοελληνικά η έννοια των πολυ-άμορους τρίτων, τα λεγόμενα μονοκεράκια (δηλαδή ατομάκια που μπαίνουν σε ένα ήδη υπάρχον ζευγάρι σχηματίζοντας μια πολυσυντροφική τριάδα).

Σκέφτηκα ύστερα πως λίγα πράγματα πάνε τόσο πολύ σε συνδυασμό με άλλα όσο το φυστικοβούτυρο.

Πάει τέλεια με ψωμί και μαρμελάδα. Όποια μαρμελάδα. Κι όποιο ψωμί. Ο Μπουκόβσκι, για παράδειγμα, το έτρωγε με μπαγιάτικη φρατζόλα και βραστές πατάτες.

Και με χοντρό αλάτι πάει. Και τριμμένο μπισκότο. Και τσιπς καρύδας. Ο Κέρουακ το έτρωγε με γάλα και κράκερς. Ή με σταφίδες και δαμάσκηνα.

Εγώ το προτιμώ τραγανό, με κομματάκια φυστικιού, απλωμένο πάνω σε ζεματιστό φρυγανισμένο ψωμί με μπανάνα. Η θαλπωρή ενός παπλώματος σε μια μπουκιά.

Ταιριάζει επίσης τέλεια με σοκολάτα, λέει ο κορτέ1 ξερογλείφοντας τα χείλη του καθώς κοιτάζει ένα γκομενάκι να περπατάει πάνω σε φυστικοβουτυρένιο δάπεδο, διασχίζοντας το με αργά κι εκστατικά βήματα για να πλησιάσει έναν πίνακα του Μιρό. Πίσω του μένουν τα ίχνη της αρβύλας του, να απολιθώνονται στην κρεμώδη επιφάνεια,

σκύβουμε και λατρεύουμε αυτά τα βάρβαρα ινδάλματα μιας μυστικής θρησκείας των τσαλαπατημένων2.

Τώρα, για τα γενναία, τα πειραματιζόμενα, και τα πολύμορφα διαστροφικά, προτείνουμε το διαβόητο σάντουιτς του Χέμινγκγουεη: κρεμμύδι και φυστικοβούτυρο.

"Ένα από τα υψηλότερα σημεία στην τέχνη του σάντουιτς. Το λέμε η Σπεσιαλιτέ του όρους Έβερεστ. Μόνο για Διοικητές."
-Χέμινγκουεη E., Islands in the Stream.

Οπότε, και για να μην πλατειάζω με τις κυλιόμενες κοιλιοδουλείες μου, έχουμε και λέμε:

αναμεσάκιας ο, η, το= 1. Αυτό το άτομο το οποίο μπαίνει ως τρίτο σε ένα ήδη υπάρχον ζευγάρι. Μπορεί να αναφέρεται σε πολυσυντροφικά μονοκεράκια ή εκείνο το παιδί που οι γονείς του το απέκτησαν με την ελπίδα να σώσουν το γάμο τους. 2. Βασική ιδιότητα του φυστικοβούτυρου.

Σήμερα, λοιπόν, κοιτάχτηκα στον καθρέφτη του μπάνιου και είπα «Είμαι ένα βάζο φυστικοβούτυρο».

Θυμάμαι έναν γυμνόστηθο Ίγκυ Ποπ το 1970, να έχει βουτήξει στο κοινό όταν ένα χέρι, επιπλέοντας πάνω από τα υπόλοιπα σα σημαδούρα, του προσφέρει ένα βάζο. Εκείνος το ανοίγει και αλείφεται με το περιεχόμενο του όσο ακόμα μετεωρίζεται πάνω από τις υψωμένες παλάμες του πλήθους. Μια παλλόμενη χίμαιρα σάρκας, φυστικοβούτυρου και ιδρώτα διαχέεται παλιρροϊκά στην αρένα του Σινσινάτι. Και κουμπωμένο να μην είσαι, παρασύρεσαι στην έκσταση.

Φαντάζομαι χέρια.

Φαντάζομαι χέρια να μου χαλαρώνουν το καπάκι, να κινούνται περιμετρικά στο στόμιο, να βυθίζουν κουτάλια και δάχτυλα στο εσωτερικό μου, βουλιμικά

δάχτυλα να πασαλείβονται, να κολλάνε, δάχτυλα να γλείφονται, να ξαναμπαίνουν μέσα μου ανακατεύοντας σάλιο και πολτό, να μου λαδώνουν τον πάτο για να βγουν πιο εύκολα οι τελευταίες κουταλιές.

Συνεχίζοντας, λοιπόν, τον εμπλουτισμό του λεξιλογίου μας σε αυτή τη συνδιαμορφωτική συνθήκη, αναφέρουμε πως υπάρχει μια λέξη για τo φόβο να κολλήσει φυστικοβούτυρο στον ουρανίσκο σου:

Αραχιβουτυροφοβία.

Προτείνω να τη χρησιμοποιούμε για την ελληνική απόδοση του σλατ-σέημινγκ.

Εμείς οι τσούλες είμαστε κατσαρίδες, κατσαρίδες πόλης, καφέ κατσαρίδες, συχνά απαντώμενες στην υγρασία και σε σκοτεινές γωνίες, κατσαρίδες φυστικοβούτυρου, λιπαρές και κολλώδεις που λιώνουν κάτω από τις σόλες των νοικοκυραίων απλώνοντας τη λαχταριστή τους γλίτσα στα καθαρά πλακάκια τους. Σε κάνουμε να θέλεις να γλείψεις το πάτωμα.

«Είμαι ένα βάζο φυστικοβούτυρο», είπα πίνοντας τις τελευταίες γουλιές από τον δεύτερο καφέ μου και άφησα την κούπα στο χείλος του νιπτήρα για να πλύνω τα δόντια μου.


Για να κλείσουμε αυτό το λιγούρικο ποστ, παρουσιάζεται, σε ορίτζιναλ γεύση και σε δική μας μετάφραση, το ποίημα Φυστικοβούτυρο τ@ Αηλίν Μάηλς.

Peanut butter

by Eileen Myles

I am always hungry

& wanting to have

sex. This is a fact.

If you get right

down to it the new

unprocessed peanut

butter is no damn

good & you should

buy it in a jar as

always in the

largest supermarket

you know. And

I am an enemy

of change, as

you know. All

the things I

embrace as new

are in

fact old things,

re-released: swimming,

the sensation of

being dirty in

body and mind

summer as a

time to do

nothing and make

no money. Prayer

as a last re-

sort. Pleasure

as a means,

and then a

means again

with no ends

in sight. I am

absolutely in opposition

to all kinds of

goals. I have

no desire to know           

where this, anything

is getting me.

When the water

boils I get

a cup of tea.

Accidentally I

read all the

works of Proust.

It was summer

I was there

so was he. I

write because

I would like

to be used for

years after

my death. Not

only my body

will be compost

but the thoughts

I left during

my life. During

my life I was

a woman with

hazel eyes. Out

the window

is a crooked

silo. Parts

of your

body I think

of as stripes

which I have

learned to

love along. We

swim naked

in ponds &

I write be-

hind your

back. My thoughts

about you are

not exactly

forbidden, but

exalted because

they are useless,

not intended

to get you

because I have

you & you love

me. It’s more

like a playground

where I play

with my reflection

of you until

you come back

and into the

real you I

get to sink

my teeth. With

you I know how

to relax. &

so I work

behind your

back. Which

is lovely.

Nature

is out of control

you tell me &

that’s what’s so

good about

it. I’m immoderately

in love with you,

knocked out by

all your new

white hair

why shouldn’t

something

I have always

known be the

very best there

is. I love

you from my

childhood,

starting back

there when

one day was

just like the

rest, random

growth and

breezes, constant

love, a sand-

wich in the

middle of

day,

a tiny step

in the vastly

conventional

path of

the Sun. I

squint. I

wink. I

take the

ride.

Φυστικοβούτυρο

τ@ Αηλίν Μάηλς

Πάντα πεινάω

& θέλω να κάνω

σεξ. Αυτό γεγονός.

Αν μπείς κατευθείαν 

στο ψητό το νέο

μη-επεξεργασμένο φυστικό

βούτυρο δεν είναι καθόλου

καλό & θα έπρεπε 

να το αγοράζεις σε βάζο 

όπως πάντα στο 

μεγαλύτερο σούπερ-μάρκετ

που ξέρεις. Και 

είμαι εχθρός 

της αλλαγής, όπως 

ξέρεις. Όλα 

τα πράγματα που

αγκαλιάζω ως καινούρια

είναι στην 

αλήθεια παλιά,

σ’ επανέκδοση: το κολύμπι,

η αίσθηση του να 

είσαι βρώμικο 

ψυχή τε και σώματι

το καλοκαίρι ως ένα

χρόνο να κάνεις

τίποτα και να βγάλεις

μηδέν λεφτά. Η προσευχή

ως ύστατο κατα-

φύγιο. Η ηδονή

ως μέσο, 

και μετά ως

μέσο πάλι

χωρίς τέλη

στον ορίζοντα. Είμαι

εντελώς αντίθετο

σ’ όλα τα είδη

σκοπών. Δεν έχω

καμία επιθυμία να ξέρω

που αυτό, οτιδήποτε

με πηγαίνει.

Όταν το νερό 

βράζει μου βάζω

μια κούπα τσάι. 

Κατά λάθος 

διάβασα όλα τα 

έργα του Προυστ. 

Ήταν καλοκαίρι

ήμουν εκεί 

εκείνος επίσης. Εγώ

γράφω επειδή

θα ‘θελα

να χρησιμοποιούμαι για

χρόνια μετά

τον θάνατο μου. Δεν

θα ‘ναι λίπασμα

μόνο το σώμα μου

αλλά οι σκέψεις

που άφησα στη διάρκεια

της ζωής μου. Στη διάρκεια

της ζωής μου ήμουν

μια γυναίκα με

καστανά μάτια. Έξω

απ’ το παράθυρο

είναι ένα στραβωμένο 

σιλό. Μέρη

του σώματος

σου τα θεωρώ

ρίγες τις

οποίες έχω 

μάθει να

αγαπώ στην πορεία.

Κολυμπάμε γυμνά

σε λιμνούλες &

γράφω πι-

σω απ’ την πλάτη 

σου. Οι σκέψεις μου

για σένα δεν

είναι ακριβώς

απαγορευμένες, αλλά

εξυμνημένες διότι

είναι άχρηστες,

δεν αποσκοπούν

να σε πιάσουν

γιατί σε

έχω & εσύ με

αγαπάς. Είναι πιο πολύ

σαν ένας παιδότοπος

όπου παίζω 

με την ανάκλαση μου 

για σένα μέχρι

να γυρίσεις

και μέσα στην 

αληθινή εσύ μπορώ

να βυθίσω

τα δόντια μου. Μαζί

σου ξέρω πως

να χαλαρώσω &

έτσι δουλεύω

πίσω απ’ την

πλάτη σου. Πράγμα

που ‘ναι υπέροχο. 

Η φύση

είναι εκτός ελέγχου

μου λες &

αυτό ‘ναι που ‘ναι

τόσο καλό με

εκείνη. Είμαι άμετρα

ερωτευμένο μαζί σου

νοκ αουτ από 

όλες τι νέες σου

άσπρες τρίχες

γιατί δεν θα ΄πρεπε

κάτι που

πάντα γνώριζα

να είναι το

καλύτερο που

υπάρχει. Σε

αγαπώ από την

παιδική μου ηλικία,

ξεκινώντας από

εκεί που 

κάθε μέρα ήταν

ακριβώς σαν τις 

υπόλοιπες, τυχαία

ανάπτυξη και 

αεράκια, συνεχής

αγάπη, ένα σαντ-

ουιτς μες στη 

μέση της

μέρας,

ένα μικρό βηματάκι

στην αχανώς

συμβατική 

πορεία του

Ήλιου. Μισοκλείνω

μάτια. Κλέινω

το ΄να. Παίρνω

τη

κούρσα. 

  1. Ναι ξέρω, φτάνει με τα ρέφερενσιζ ρε Καλ, αλλά το συγκεκριμένο στο έχω συστημένο κι έτοιμο προς παράδοση τσακαλάκι: https://www.youtube.com/watch?v=7hz0PyuwKbo&ab_channel=thodoriscort%C3%A9s
  2. Ντίνος Χριστιανόπουλος, Ύμνος στην μπότα.

One Comment Add yours

  1. someno says:

    `τρομερο το φυστικοβουτηρο. Ο καλυτερος συνδυασμος ειναι σκετο με οσα εχουν περισσεψει στο στομα 🙂

    Like

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s