sed (la)

47. (困, Κουν) “Καταστολή – Εξάντληση”

Δεν υπάρχει νερό στη λίμνη.
Η εικόνα της εξάντλησης.

Διψούσαμε ανάμεσα στις πέτρες και στα χρόνια,
διψούσαμε όσα διψάσαμε πριν απ’ τη γνώση της δίψας.

-Γ. Ρίτσος

Από το 1974 ο Πέτερ Ντρέχερ ζωγραφίζει το ίδιο ποτήρι νερό.

Σε μια συνέντευξη είπε πως βλέπει τον εαυτό του σα χαρούμενο Σίσσυφο, πως καταφέρνει έτσι να βλέπει το ποτήρι κάθε φορά σαν να ήταν η πρώτη φορά, πως στους πίνακες του υπογραμμίζει την ίδια την όραση. Αυτό που είναι σημαντικό, λέει, δεν είναι να εφεύρεις μια εικόνα, αλλά να βιώσεις τις άπειρες δυνατότητες που διατίθονται στην δημιουργία της.

Το λακανικό πρόταγμα του να παίρνεις την ευθύνη της επιθυμίας: Να ονομάζεις το νερό και τη δίψα.

O Zακ Αλέν Μιλέρ μας λέει πως αυτό που διδάσκει η κλινική του εθισμού είναι πως δεν υπάρχει το «ένα ποτήρι παραπάνω». Δεν υφίσταται το «έχω πιεί τρία ποτά ήδη, κάπου φτάνει» διότι δεν προστίθενται τα ποτήρια το ένα στο άλλο, πίνουμε πάντα το ίδιο ποτήρι για μια φορά ακόμα. Αυτή είναι η ρίζα του συμπτώματος στη λακανική θεωρία, η ακατάσβεστη δίψα και συνεπώς η επιστροφή του ίδιου συμβάντος, του ίδιου ποτηριού στα χείλη.

Η Πισαρνίκ ήταν η ποιήτρια της δίψας και αναρωτιέμαι πόσα ποτήρια νερό θα μπορούσε να της χορηγήσει ο Ντρέχερ μέχρι να εξαντληθεί και να αρχίσει να ζωγραφίζει κόκα κόλες.

Παραθέτουμε κάποιες μεταφράσεις από ποιήματα, πρόζα και ημερολογιακές εγγραφές της Αργεντίνας ποιήτριας.

[poemas]

μόνο η δίψα

η σιωπή

καμιά συνάντηση.

πρόσεχε με αγάπη μου

πρόσεχε την σιωπηλή στην έρημο

την ταξιδιώτισσα με το άδειο ποτήρι

και τη σκιά της σκιάς της.


Κάποιος μπαίνει στη σιωπή και με εγκαταλείπει.

Τώρα η μοναξιά δεν είναι μόνη.

Εσύ μιλάς σαν τη νύχτα.

Αυταναγγέλλεσαι σαν τη δίψα.


Στο τεταμένο χέρι ενός νεκρού,

στη μνήμη ενός τρελού,

στην θλίψη ενός παιδιού,

στο χέρι που ψάχνει το ποτήρι,

στο ποτήρι που είναι άφταστο,

στη δίψα από πάντα.


Και η δίψα, η μνήμη μου είναι της δίψας, εγώ κάτω, στο βάθος, στο πηγάδι, εγώ έπινα, εγώ θυμάμαι.


Η αγάπη είναι αυτό το ταξίδι το άσκοπο, αλλά πολύ απαλό,

στην άλλη πλευρά του καθρέπτη.

Τόσα πλάσματα στην δίψα μου και στο άδειο μου ποτήρι.


καλλιεργώ τον κήπο της οργής

η κόκκινη δίψα μου αχνίζουσα σημαίνει τη μέρα.


[en contra]

Προσπαθώ να προκαλέσω βροχή ή κλάμα. Εμπόδιο των πραγμάτων που δεν θέλουν να ακολουθήσουν το μονοπάτι της αφελούς απόγνωσης. Απόψε θέλω να είμαι από νερό, να είσαι από νερό, να γλιστρούν τα πράγματα σαν καπνός, μιμούμενα τον, δίνοντας τελευταία σημάδια, γκρίζα, κρύα. Λέξεις στο λαιμό μου. Σφραγίδες δυσάνεκτες. Οι λέξεις δεν πίνονται από τον άνεμο, είναι ψέμα αυτό του ότι τα λόγια είναι σκόνη, μακάρι να ήταν, έτσι εγώ δεν θα έκανα τώρα προσευχές μιας επικείμενης τρελής που υποφέρει από ξαφνικές εξαφανίσεις, μεταναστεύσεις, αορατότητες. Η γεύση των λέξεων, αυτή η γεύση του παλιού σπέρματος, γηραιάς κοιλιάς, κόκαλου που παραπλανά, ζώου βρεγμένου από κάποιο μαύρο νερό (η αγάπη με εξαναγκάζει στους πιο αποτρόπαιους μορφασμούς μπροστά στον καθρέφτη). Δεν υποφέρω, δεν λέω τίποτα άλλο πέρα ​​από την αηδία μου για τη γλώσσα της τρυφερότητας, εκείνες τις μοβ κλωστές, εκείνο το υδαρές αίμα. Τα πράγματα δεν κρύβουν τίποτα, τα πράγματα είναι πράγματα, και αν κάποιος έρθει πιο κοντά τώρα, και μου πει τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη θα αρχίσω να ουρλιάζω και να χτυπάω το κεφάλι μου σε κάθε κακόφημο και κουφό τοίχο αυτού του κόσμου. Κόσμος απτός, εθισμένες μηχανές, κόσμος επικαρπίας. Και τα σκυλιά να με υπερασπίζονται με τα μαλλιά τους προσφερόμενα, γλείφοντας αργά και αφήνοντας το σάλιο τους στα δέντρα που με τρελαίνουν.


[1957]

Πέμπτη 14 Νοεμβρίου


Δεν μπορείτε να βάλετε το ίδιο γράμμα σε ένα γραμματοκιβώτιο δύο φορές.
Ο ελεύθερος χρόνος δεν υπάρχει. Υπάρχει μόνο αυτό το ερώτημα: να έχεις ή να μην έχεις την επιθυμία να ζήσεις… και να πεθάνεις. Μόλις το καταλάβεις αυτό, είτε θέλεις περισσότερη ζωή είτε θέλεις θάνατο. Το αστείο είναι όταν ο κόσμος αντιτίθεται στη δίψα μου για περισσότερη ζωή, τότε φτάνω στο άλλο άκρο, στον θάνατο. Ούτε αυτός με φιλοξενεί. Η λύση? Ναι, υπάρχει μία, υπάρχει το να ξεριζωθείς όλο ορμή, όλο φρενίτιδα, υπάρχει το να μεταμφιεστείς σε μοναχή παρά τον εαυτό του, υπάρχει, εν ολίγοις, το να κάνεις σιδέρωμα στα νερά της ζωής.

[…]

Κλάματα, ουρλιαχτά. Και ένα όν πάντα στην άκρη, αλλά ποτέ στο κέντρο.


[το σεξ, η νύχτα]

Για μια ακόμα φορά, κάποιος πέφτει στην πρώτη του πτώση – πτώση δύο σωμάτων, δύο ματιών, τεσσάρων ματιών πράσινων ή οχτώ πράσινων ματιών αν μετρήσουμε επίσης αυτούς που γεννήθηκαν μέσα στον καθρέφτη (τα μεσάνυχτα, μέσα στον πιο αγνό φόβο, μες στην απώλεια), δεν μπόρεσες να αναγνωρίσεις τη φωνή της άχρωμης σιωπής σου, δεν κατάφερες να δεις τα επίγεια μηνύματα που αναδύονται στη μέση μιας τρελής κατάστασης, όταν το σώμα είναι ένα ποτήρι και πίνουμε από τον εαυτό μας και απ’ τον άλλον ένα είδος αδύνατου νερού.
Άσκοπα η επιθυμία χύνει πάνω μου ένα καταραμένο ποτό. Για την διψασμένη μου δίψα, τι μπορεί να κάνει η υπόσχεση μιας ματιάς; Μιλάω για κάτι που δεν υπάρχει σε αυτόν τον κόσμο. Μιλάω για κάποιον που έχει τον σκοπό του αλλού.
Και ήμουν γυμνός στη μνήμη της λευκής νύχτας. Ήμουν μεθυσμένος και έκανα έρωτα όλη τη νύχτα,όπως ακριβώς μια άρρωστη σκύλα.
Κάποιες φορές βιώνουμε πάρα πολλή πραγματικότητα μέσα στο διάστημα μιας μόνο βραδιάς. Ξεντυνόμαστε, γεμίζουμε με τρόμο. Ξέρουμε ότι ο καθρέφτης ακούγεται σαν ρολόι, ο καθρέφτης από τον οποίο θα ξεχυθεί η κραυγή, η ρωγμή σου.
Η νύχτα ανοίγεται μια μόνη φορά. Αρκεί. Βλέπεις. Έχεις δει. Ο φόβος του να είσαι δύο στον καθρέφτη, και ξαφνικά είμαστε τέσσερις. Φωνάζουμε, βογκάμε, ο φόβος μου, η χαρά μου πιο φρικτή από τον φόβο μου, τα αισχρά μου λόγια, τα λόγια μου είναι κλειδιά για να κλειδωθώ σε έναν καθρέφτη, μαζί σου, μα πάντα μόνη. Και ξέρω καλά από τι είναι φτιαγμένη η νύχτα. Πέσαμε τόσο βαθιά σε μια σιαγόνα που δεν περίμενε αυτή τη θυσία, αυτή την καταδίκη για τα μάτια μου που έβλεπαν. Μιλάω για μια αποκάλυψη: να έχεις νιώσει το εγώ μέσα στο σεξ, το σεξ μέσα στο εγώ σου. Μιλάω για το να αποδεσμεύεσαι από το φόβο της κάθε μέρας προκειμένου να αποκτήσεις το φόβο της στιγμής. Η απώλεια η πιο αγνή. Αλλά ποιος θα μου πει: μην κλαις πια τη νύχτα; Επειδή η τρέλα είναι επίσης ένα ψέμα. Όπως η νύχτα. Όπως ο θάνατος.


[1962]

28 Ιουλίου

Για άλλη μια φορά η γλώσσα μου αντιστέκεται. Όχι η ίδια η γλώσσα όπως ακριβώς λέμε αλλά η επιθυμία μου να επινοήσω τις επιθυμίες μου μέσω μιας λεπτομερούς περιγραφής αυτού που θέλω να δω σε κάποια πραγματικότητα από το υλικό που θέλουν αρκεί να μην είναι από λέξεις ή στο τρομακτικό λευκό ενός φύλλο χαρτιού. Άλλοτε είναι η δίψα, άλλοτε η κραυγή μιας εγκατάλειψης χωρίς ιστορία. Μερικές φορές κλαίω στη δίψα μου, κλαίω από τη δίψα μου, γιατί μερικές φορές η δίψα μου είναι η κοινωνία μου, ο τρόπος μου να ζω, να μαρτυρώ τη γέννηση μου, να με απελευθερώνω και να προσφέρω μιας πράξης πίστης. Κάποιες φορές όμως κλαίω απόμακρα για την άλλη που είμαι, τη δραπέτρια στο αίμα μου, την ξέφρενη, την τυχοδιώκτρια που έφυγε τη νύχτα να κυνηγήσει τα θλιμμένα πρόσωπα που της παρουσίασε ο αρρωστημένος πόθος της.
Αν όλα αυτά ήταν αλήθεια, τι απώλεια χάνω, τι βάσανο αδιανόητο δεν πραγματοποιεί το όργιο εξιλεώσεων του. Μου αρέσει να κοροϊδεύω τον άνθρωπο για ό,τι έχει παράλογο από τα μαλλιά μέχρι το λαιμό. Μόνο το σεξ χρήζει σοβαρότητας και προσοχής γιατί το σεξ είναι σιωπή.

1 Αυγούστου


Τι έλεγα για την αναπνοή! Ποιος δεν την αφήνει, ποιος δεν έδειξε έλεος εγκαίρως; Αρρωστημένα φώτα, τρομακτικές ώρες προχωρούν σαν αρουραίοι μέσα στο αίμα μου, η γλώσσα μου από αίμα και αλάτι, τα νεύρα μου προεκτείνονται σε σιωπή και σκουπίδια, σαν να περνούσε ένα τρένο όλη μέρα από το πρόσωπό μου, κάποιος μου φωνάζει αυτό που ήδη ξέρω, κάποιος με ξεριζώνει από το βρώμικο όνειρό μου για να φυλάω, σε μια νύχτα που δεν τελειώνει ποτέ, όλους τις νεκρές που είμαι.

Ανά στιγμές μια βραχνή κραυγή κάποιου που στραγγαλίζεται. Ανά στιγμές ένας θόρυβος από χίλια καρφιά πίσω από τους τοίχους (ποιος θέλει να βγει, ποιοί είναι εντειχισμένοι στο σπίτι μου).

Ανά στιγμές ήχοι από νερό που πέφτει άτακτα, από νερό που βράζει, από νερό μακριά, από μη πόσιμο νερό. Ω δίψα μου. Δίψα μου πλασμένη άπο τη ζωή μου. Δίψα μου που με αντιπροσωπεύεις, που ζεις στη θέση μου. Μην με αφήνεις. Δεν ξέρω τι λέω αλλά μη με εγκαταλείπεις.


[…να ξημερώσει…]

τον άνεμο μην τον ακούτε,
τον άνεμο.

αγγίζω τη νύχτα

τη νύχτα μην την αγγίζετε,

το ξημέρωμα,

θα φύγω,

το ξημέρωμα μη φύγετε, το ξημέρωμα

θα φύγω.


Να μην θέλω μπορώ να ζω χωρίς να ξέρω τι ζει στη θέση μου ούτε να γράψω αν προκειμένου να με πληγώσει η ζωή παίρνει τόσο παράξενες μορφές.


στο βράδυ της καρδιάς.

στο κέντρο της μαύρης ιδέας.

κανείς άνδρας είναι ορατός.

κανένας είναι σε κάποιον κήπο.


Κάποιος

πέφτει

στην

πρώτη

του πτώση.


Εγώ φωνές.

Εγώ το μέγα σάλτο.

Όταν η νύχτα θα είναι η μνήμη μου

η μνήμη μου θα είναι η νύχτα


Η νύχτα κι εγώ έχουμε χάσει.

Έτσι μιλάω εγώ, δειλοί.

Η νύχτα έπεσε και όλα πια έχουν ειπωθεί

Σεπτέμβριος του 1972

Τρία ποτήρια του Peter Dreher

Σημείωση: Η μητρική γλώσσα της πλειοψηφίας των κειμένων είναι τα Ισπανικά, με εξαίρεση το ποίημα «Το Σεξ, Η Νύχτα» που ήταν γραμμένο στη Γαλλική γλώσσα.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s