τόσκα

από τη ταινία Στρέλλα

Μιλάω στον Θεό, μα ο ουρανός είναι άδειος.

Σύλβια Πλαθ

Στις 28 Ιουλίου βρέθηκα στο Ηρώδειο να παρακολουθώ την όπερα Τόσκα σε σκηνοθεσία του Ούγκο ντε Άνα. Πριν μιλήσω για αυτό για το οποίο θέλω να μιλήσω, θα πω δυό πράγματα για την όπερα και το κομμάτι “Vissi d’ arte” σε ερμηνεία της Κάλλας, που ακούγεται και στο παραπάνω απόσπασμα από την ταινία του Κούτρα Στρέλλα (2009).

Οι φήμες λένε πως ο νεαρός Τζάκομο Πουτσίνι αφού είδε την ηθοποιό Σάρα Μπερνάρ να παίζει σε παράσταση της «Τόσκα» του Βικτοριέν Σαρντού στο Μιλάνο το 1889, συγκλονίστηκε τόσο -κι ας μην ήξερε γαλλικά- που του κόλλησε να μεταφέρει το έργο σε όπερα. Εδώ λοιπόν εικάζεται πως βρίσκεται η αφετηρία της γέννησης της τρίπρακτης όπερας Τόσκα, που πρωτοπαίχτηκε στη Ρώμη τον Γενάρη του 1900, αλλά και του επιφωνήματος “η Τόσκα του Πουτσίνι ή η Πούτσα του Τοσκανίνι;”, που χρησιμοποιείται για να επιτονίσουμε ψευτοδιλήμματα.

Η πλοκή του έργου έχει ως εξής: Τον Ιούνιο του 1800 στη Ρώμη ο πολιτικός κρατούμενος Τσέζαρε Αντζελόττι (μπάσος), έχοντας αποδράσει, αναζητά κρυσφήγετο στο παρεκκλήσι οπού εργάζεται ο ζωγράφος Μάριο Καβαραντόσσι (τενόρος), ένας καλλιτέχνης με αντιεξουσιαστικά πιστεύω κι ο εραστής της πρωταγωνίστριας. Οι δύο άντρες σχεδιάζουν το πως θα φυγαδεύσουν τον δραπέτη και αποχωρούν από σκηνής. Στο μεταξύ καταφτάνει η αστυνομία αναζητώντας τον Αντζελόττι, με επικεφαλή τον αιμοδιψή βαρόνο Σκάρπια (βαρύτονος). Ο Καβαραντόσσι συλλαμβάνεται, ανακρίνεται και βασανίζεται. Η Φλόρια Τόσκα (σοπράνο), ντίβα της όπερας, παράφορα ερωτευμένη με το σύντροφο της εκκλιπαρεί τον Σκάρπια να δείξει έλεος. Η εικόνα της απελπισμένης τραγουδίστριας ερεθίζει την επιθυμία του Σκάρπια, ο οποίος την εκβιάζει να κοιμηθεί μαζί του αν θέλει να σωθεί η ζωή του αγαπημένου της. Εκείνη, δήθεν υποκύπτοντας στον εκβιασμό, τον αφήνει να την πλησιάσει μα καταφέρνει να τον σκοτώσει. Ο Σκάρπια πέφτει νεκρός, ο Καβαραντόσσι εκτελείται το ξημέρωμα κι εκείνη αυτοκτονεί βουτώντας στο κενό ενώ οι αστυνομικές δυνάμεις την εκδιώκουν για το φόνο.

Οπότε, για να επιστρέψω στο θέμα, καταφτάνω στο Ηρώδειο με τα μάτια μου ακόμα να με ενοχλούν από τα δακρυγόνα που είχαν πέσει στην πορεία για τον αναρχικό απεργό πείνας, τον Μιχαηλίδη. Βρίσκω τη θέση μου ανάμεσα στα σκαλωτά μάρμαρα και χαζεύω το πλήθος κόσμου που έχει εμφανιστεί για την πρεμιέρα. Κατά κόρον η αισθητική στο ντύσιμο τους θύμιζε εμφανίσεις για μπουζούκια, οπότε φαντάστηκα πως μάλλον ήταν ασαφές για τα περισσότερα άτομα το πως ακριβώς να επιτελέσουν με τον “δέοντα σεβασμό” την παρακολούθηση μιας ιταλικής όπερας στο ζωντανό δεινοσαύριο χώρο του Ηρώδειου, και είπαν να το πάιξουν εκ του ασφαλούς. Το ελληνικό κλαρίνο είναι σα τη φέτα, λένε, και πάει με όλα…

-αλλά οι χίμαιρες είναι φίλες μας και αγκαλιάζουμε όλα τους τα επιφαινόμενα, ιδίως αν φέρνουν το τσοπανοτραβόλτα φάτσα κάρτα με τους θηροφύλακες της υψηλής τέχνης-

Είναι ενδιαφέρον πως ορίζει ο Κούντερα το κιτς: “το κιτς, κατ’ ουσία, είναι η απόλυτη άρνηση των σκατών στην κυριολεξία και μεταφορικά: το κιτς αποκλείει από το οπτικό του πεδίο όλα όσα ουσιαστικά απαράδεκτα διαθέτει η ανθρώπινη φύση.”

Φεύγοντας για λίγο από τη συζήτηση για τα σκατά (θα επανέλθουμε), το κομμάτι Vissi d’ arte είναι η σπαραξικάρδια αυτή άρια που εκφωνεί η Τόσκα αντιμέτωπη με τη χυδαία πρόταση του Σκάρπια, στραμμένη στο Θεό:

Έζησα για την τέχνη, έζησα για την αγάπη,
ποτέ δεν έκανα κακό σε ψυχή ζώσα!
Την ώρα της θλίψης
για τι, για τι, Κύριε,
για τι με ανταμείβεις έτσι;

Ηλί ηλί λαμά σαβαχθανί, που λένε και στο χωριό μου…

Όταν αρχίζει η σοπράνο να το τραγουδάει, όλο μου το σώμα μεταμορφώνεται σε καλώδιο και διαπερνάται από τη φωνή της. Νιώθω πως τα πόδια μου ξαναβγάζουν τρίχες ίσα ίσα για να ανατριχιάσουν από συγκίνηση. Πιάνω το στέρνο μου για να κρατηθώ από κάπου. Ποιός μας ακούει τώρα που ο Θεός πέθανε;

Υπάρχει ένα διήγημα του Τσέχωφ του 1886, όπου ένας γέρος αμαξάς ονόματι Ίωνας Ποτάποφ αναζητά επί ματαίω να μοιραστεί τον καημό του για τον πρόσφατο χαμό του γιού του.

Είναι πάλι μονάχος και ξαναγίνεται ησυχία… Ο καημός, που είχε για λίγο μετριαστεί, ξανάρχεται πάλι και του πιέζει το στήθος με μεγαλύτερη δύναμη. Τα μάτια του Ιωνά με ανησυχία ψάχνουν βασανιστικά ανάμεσα στο πλήθος που πηγαινοέρχεται στις δυο πλευρές του δρόμου. Δε θα βρεθεί, λοιπόν, μέσα σ’ αυτές τις χιλιάδες τους ανθρώπους έστω και ένας που να θέλει να τον ακούσει με προσοχή; Αλλά οι άνθρωποι τρέχουν, χωρίς να προσέχουν ούτε αυτόν ούτε τον πόνο του… Ο πόνος του είναι πολύ μεγάλος, δεν έχει όρια. Αν έσπαζε το στήθος του Ιωνά και ξεχυνόταν από μέσα του ο πόνος, του φαίνεται ότι θα πλημμύριζε όλο τον κόσμο. Όμως κανένας δεν τον βλέπει. Έχει χωθεί μέσα σ’ ένα τόσο μικροσκοπικό κέλυφος, που δεν μπορείς να το δεις ούτε στο φως της ημέρας.

-Τσέχωφ

Δίχως να βρίσκει ανθρώπινο αυτί διαθέσιμο, καταλήγει να τα λέει στη φοράδα του και ο πόνος μοιρασμένος γίνεται λίγο λιγότερο αβάσταχτος.

Ο τίτλος του διηγήματος αυτού στα ρώσικα είναι тоска, μια λέξη από αυτές που φέρουν συναισθηματικές αποχρώσεις πέραν του ορατού φάσματος ατόμων από άλλα πολιτισμικά πλαίσια, και έτσι καθίστανται δυσχερείς στη μετάφραση. Ο Ναμπόκοφ χαρτογραφεί ένα σημαινόμενο πεδίο: “Στο βαθύτερο και πιο οδυνηρό της σημείο είναι μια αίσθηση μεγάλης πνευματικής αγωνίας, συχνά χωρίς κάποια συγκεκριμένη αιτία. Σε λιγότερο νοσηρά επίπεδα είναι ένας βαρετός πόνος ψυχής, μια λαχτάρα χωρίς αντικείμενο, ένας μαρασμός, μια αόριστη ανησυχία, νοητικές δίνες, ανικανοποίητοι πόθοι. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να είναι η επιθυμία κάποιου ατόμου για κάτι συγκεκριμένο, η νοσταλγία, η ασθένεια του έρωτα. Στο χαμηλότερο επίπεδο σβήνει σε ανία, πλήξη”.

Η Στρέλλα στο κλιπάκι κάνει λιπ-σινκ το Vissi d’ Arte (λεπτό 2:29) στο ναητ-κλαμπ Κούκλες μετά από την κηδεία της φίλης της, της Μαίρης. Στην κορύφωση λυγίζει από καημό και σταματάει να κινεί το στόμα της. Με δακρυσμένα μάτια μοιάζει να μας κοιτάζει απευθείας μέσα από την οθόνη, όσο η Κάλλας εξακολουθεί να ωρύεται, και η ψευδαίσθηση του βλέμματος σπάει μόνο όταν το πλάνο γυρίζει να μας δείξει το εξίσου απαρηγόρητο κοινό της να ανταπαντάει, κι αυτό βουβό, βλεμματικά “Ναι, σε νιώθω, σκατά”.

Ίσως αν ο Ίωνας έβγαινε καμιά νύχτα προς Συγγρού-Φιξ, να έβρισκε καμιά κοπέλα να τον πονέσει και να αφεθεί να κλάψει μαζί του, μέχρι να σπάσουν τα στέρνα τους και να πλημμυρίσουν Πετρούπολη και Αθήνα με αλμυρά και μαύρα από τη μάσκαρα δάκρυα.

Κι επιστρέφοντας εκ νέου στην αφήγηση μου, στο παρασκήνιο του Ηρώδειου η Αθήνα έτι μια φορά καίγεται, ενώ τα δάκρυα μας δεν έχουν υπάρξει αρκετά για να τη σβήσουν.

Νιώθω σαν να έχω κάνει κάποιο χωροχρονικό ζάπινγκ και το μετρό που με έφερε από το Σύνταγμα στην Ακρόπολη να είναι ένας μεταλλικός σκώληκας με ικανότητα να ανοίγει διαστασιακές πύλες. Σε αυτή τη διάσταση δεν υπάρχουν σκατά, εκτός από τη σκηνή. Ο Σκάρπια μπορεί να είναι όσο σκατένιος μπάτσος θέλει και η Τόσκα να σπαράζει όσο αντέχει, γιατί τα πράγματα είναι στην τάξη τους. Το κιτς έχει κερδίσει τη μάχη, η παράσταση θα τελειώσει και το καζανάκι θα τραβηχτεί με εμάς να τραβάμε δρόμο για τα σπίτια μας.

το σκα το σκα το σκα το σκα το σκα το σκα

το ακούς?

Advertisement

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s